Επικοινωνία |  Χάρτης Ιστοσελίδας |  Ψάξτε
Κεντρική σελίδα » ΟΙ ΠΙΟ ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ » Υπάρχουν δογματικά λάθη
Κατηγορίες για τριαδολογικές αιρέσεις
Η μέθοδος που διευκολύνει τον εντοπισμό αιρέσεων οπουδήποτε.

Αν και οι περί Αγίας Τριάδος διδαχές της ΑΕΘΖ συμπίπτουν με την κατηχητική διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, η Β. Ρυντέν και τα γραπτά της γίνονται συχνά αντικείμενο δριμείας κριτικής για υποτιθέμενες αιρετικές απόψεις. Έτσι λοιπόν ορισμένοι θεολόγοι την κατηγορούν ότι στα γραπτά της απεικονίζει τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ως ταυτόσημα και ότι αναπτύσσει έτσι αιρετικές τριαδολογικές θεωρίες.

Είναι όμως αληθές ότι η ΑΕΘΖ έρχεται σε αντίθεση με τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι σαφώς διακριτά μεταξύ τους; (βλ. Compendium of the Catechism of the Catholic Curch (CCC)-Επιτομή Κατήχησης της Καθολικής Εκκλησίας 253, 254, href="javascript:void(0);" onclick="blur();">255)

Η προσεκτική μελέτη των γραπτών της Βασούλας και η ανάλυση των πολυάριθμων ομιλιών της ανά τον κόσμο δεν δικαιολογεί αυτή την κριτική αφού στην ΑΕΘΖ τα πρόσωπα του Θεού παρουσιάζονται σαφώς διακριτά μεταξύ τους.

Η διάκριση μεταξύ των προσώπων φαίνεται από το γεγονός ότι τα θεία πρόσωπα μιλούν χωριστά.
Κατ’ αρχάς το πιο σημαντικό επιχείρημα είναι ότι η σχέση προέλευσης των θείων προσώπων, μέσω της οποίας κυρίως διακρίνονται το ένα από το άλλο, δεν τίθεται ποτέ εν αμφιβόλω στα γραπτά αυτά (βλ. CCC 254). Ως εκ τούτου ο Υιός δεν ταυτίζεται ως πρόσωπο με τον Πατέρα, διότι δεν προσδιορίζεται ως "αυτός που γεννά", αλλά ως "αυτός που γεννάται". Παρομοίως, το Άγιο Πνεύμα ως θείο πρόσωπο δεν ταυτίζεται με τον Υιό ή με τον Πατέρα, διότι δεν αποκαλείται "αυτός που γεννά»"(δηλ. ο Πατήρ) ούτε "αυτός που γεννάτα"» (δηλ. ο Υιός). Αποστέλλεται δε από τον Πατέρα και τον Υιό. Και σ’ αυτό έγκειται και η ιδιαιτερότητά του, διότι κανείς δεν μπορεί να αποστείλει τον εαυτό του.

Ως εκ τούτου η απεικόνιση των προσώπων της Αγίας Τριάδας, στα γραπτά της Βασούλας (ως σαφώς διακριτών μεταξύ τους), συμφωνεί με τις διδαχές της Εκκλησίας. Δεν υπάρχει ούτε μια φράση σε όλο το έργο της ‘Αληθινής Εν Θεώ Ζωής’ που θα μπορούσε να περιέχει τριαδολογική αίρεση, ούτε καν τα αποσπάσματα εκείνα τα οποία έχουν επικριθεί ότι δήθεν αποδίδουν τα Θεία Πρόσωπα με παρόμοιους χαρακτηρισμούς. Τριαδολογική πλάνη υφίσταται όταν υπάρχουν ισχυρισμοί του τύπου: "Στο Θεό δεν υπάρχουν σχέσεις προέλευσης", ’Υπάρχει μόνο ένα πρόσωπο στο Θεό", "Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα αποτελούν το ίδιο πρόσωπο", "Εγώ, ο Ιησούς Χριστός είμαι το ίδιο πρόσωπο με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα", "Ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα αυτοπροσδιορίζονται ως Θεία Πρόσωπα αλλά δεν διακρίνονται μεταξύ τους ως διαφορετικά πρόσωπα". Δεν υπάρχουν τέτοιες αιρετικές, μη συμβατές με τα διδάγματα της Εκκλησίας, απόψεις στα γραπτά της Βασούλας. Αφού λοιπόν δεν υπάρχουν δογματικά λάθη στην ‘Αληθινή Εν Θεώ Ζωή’, πώς είναι δυνατόν να τα εντοπίζουν δήθεν οι πολέμιοι του έργου αυτού; Γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι ανώφελο να ψάχνουν για αιρετικές φράσεις σκόπιμες και ξεκάθαρες, γιατί δεν υπάρχουν. Γι΄ αυτό και επιλέγουν μια συγκεκριμένη μέθοδο προκειμένου να ανακαλύπτουν λάθη και αιρετικές απόψεις πάση θυσία.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της μεθόδου αυτής; Η βάση της είναι απλή: αρκεί να αναγνώσει κανείς το κείμενο της ΑΕΘΖ σύμφωνα με την εξής αρχή: σε περίπτωση που μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα μηνύματα που αφορούν την Αγία Τριάδα είτε σύμφωνα με το πνεύμα της διδασκαλίας της Εκκλησίας είτε αντίθετα προς αυτό, τότε επιλέγεται η δεύτερη εκδοχή. Χάρη στη μέθοδο αυτή η οποία εφαρμόζεται θριαμβικά στα γραπτά της Βασούλας, είναι πάντα δυνατόν να καταλήγει κανείς στο επιθυμητό συμπέρασμα: ότι τα γραπτά της αναιρούν δογματικές θέσεις της Εκκλησίας και διασπείρουν αιρέσεις.

Αυτή η μέθοδος ερμηνείας του κειμένου είναι ωστόσο λανθασμένη. Αν εφαρμοζόταν και στην Αγία Γραφή, τότε και εκεί θα μπορούσε να ανακαλύψει κανείς πληθώρα ‘αιρέσεων’.

Η μέθοδος αυτή δεν είναι απλά λανθασμένη, είναι και ανήθικη. Αντιβαίνει στην 8η εντολή του Θεού που μας απαγορεύει να κατaθέσουμε ψεύτικη μαρτυρία εναντίον των συνανθρώπων μας. (CCC 2478).

Στον οδηγό κατήχησης παρατίθεται επίσης η πολύτιμη διδαχή του Αγίου Ιγνάτιου Λογιόλα “Κάθε καλός χριστιανός θα πρέπει να είναι περισσότερο πρόθυμος να ερμηνεύσει καλοπροαίρετα τις δηλώσεις του άλλου παρά το αντίθετο. Αν όμως δεν μπορεί να το κάνει αυτό, ας ρωτήσει τον άλλο πως αντιλαμβάνεται το θέμα. Και εάν ο τελευταίος το έχει αντιληφθεί λανθασμένα, ας τον διορθώνει ο πρώτος με αγάπη. Αν αυτό δεν επαρκέσει ας προσπαθήσει ο χριστιανός με όλους τους προσήκοντες τρόπους να τον φέρει στη σωστή ερμηνεία, ώστε να σωθεί”. Οι φράσεις αυτές του οδηγού κατήχησης που μας απαγορεύουν να εκφέρουμε σκληρή κριτική είναι πολύ αυστηρές. “Είναι ένοχος απερίσκεπτης κριτικής αυτός που έστω και σιωπηρά θεωρεί ως αληθινά, δίχως επαρκείς αποδείξεις, το ηθικό σφάλμα του πλησίον του” (CCC 2477).

’Ασαφής’ ή ’διφορούμενης’ δε σημαίνει λανθασμένος ή αιρετικός.

Το προσφιλές όπλο εναντίον των γραπτών της Βασούλας είναι ότι είναι δυσνόητα ή με διττό νόημα (double meaning) ή διφορούμενα. Δεν πρόκειται για σοβαρή αιτίαση διότι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αμφισημία ή η έλλειψη σαφήνειας αποτελούν σφάλμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα απαξιώνονταν ακόμη και έργα μεγάλης θεολογικής σημασίας. Το να θεωρείς εσφαλμένο κάτι που είναι ασαφές ή διφορούμενο δεν επιτρέπεται, και έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές με βάση τις οποίες ερμηνεύουμε τα κείμενα. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα υποβαθμίζονταν η αξία κάθε ποιητικής έκφρασης, των μεταφορών και των παρομοιώσεων που τόσο συχνά απαντούν ακόμη και στην Αγία Γραφή. Το σφάλμα ή η αίρεση εντοπίζονται σε σαφείς δηλώσεις ή αρνήσεις. Όσον αφορά στις διφορούμενες ή ασαφείς προτάσεις θα μπορούσαν να είναι είτε εσφαλμένες είτε ορθές. Όμως σε κάθε περίπτωση ο καθοριστικός παράγων είναι τα συμφραζόμενα και όχι η διάθεση του αναγνώστη. Τα συμφραζόμενα καθορίζουν το πραγματικό νόημα των διφορούμενων ή ασαφών εκφράσεων. Η αμφισημία από μόνη της δεν υποδηλώνει απαραίτητα λάθος ή αίρεση.

Σχετικά με το πρόβλημα των ασαφών κειμένων θα ήταν χρήσιμο να τονίσουμε και κάτι ακόμη: ότι δεν είναι απαραίτητα απόρροια σφάλματος του συγγραφέα ή της διανοητικής του αδυναμίας. Αρκετά κείμενα χαρακτηρίζονται ασαφή διότι υπερβαίνουν την αντίληψη του αναγνώστη, που αδυνατεί να τα κατανοήσει. Όπως για παράδειγμα ένα παιδί που διαβάζει με δυσκολία κάποια κομμάτια ενός βιβλίου, τα οποία κατανοούν οι ενήλικες χωρίς δυσκολία. Για το παιδί όμως είναι δυσνόητα και ασαφή. Ας προχωρήσουμε τώρα σε μια πιο λεπτομερειακή ανάλυση εκείνων των κειμένων της ΑΕΘΖ τα οποία στοχοποιήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν αιρετικά από τους πολέμιους των Μηνυμάτων.

Ταυτόχρονα θα διερευνήσουμε τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν τη χειρότερη δυνατή ερμηνεία στα Μηνύματα ακόμη και όταν δεν εναρμονίζεται με το σύνολο των συμφραζομένων.

(Από άρθρο του πατρός Michal Kaszowski, καθηγητή θεολογίας στο Αρχιεπισκοπικό σεμινάριο της Katowice στην Πολωνία)
Άρθρα με το ίδιο Θέμα :